Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

ΑΦΙΕΡΩΜΑ -Η Ληστοκρατία στην Φθιώτιδα (6)

Συνέχεια ......Μεγάλες ληστείες στην Φθιώτιδα
Το χειμώνα του 1834 και την άνοιξη του 1835 η ληστεία πήρε ανησυχητικές διαστάσεις. Ολόκληρη η περιοχή της Στερεάς Ελλάδας από τις εκβολές του Σπερχειού ως τις εκβολές του Αχελώου ποταμού βρίσκονται στην κυριαρχία και τον πλήρη έλεγχο των
ληστών που καίνε και ρημάζουν τις αγροτικές περιουσίες.
Στις 17 Απριλίου 1835 ληστές από τα μεθόρια μπήκαν στο Ελληνικό έδαφος και λέγεται ότι πήραν 15.000 δραχμές από το γαιοκτήμονα Σκουμπουρδή στον Αχινό.
Στις 22 Ιουνίου του ίδιου έτους η Στυλίδα βρίσκεται στο έλεος και στην καταδιωκτική μανία των ληστών.
Το απόγευμα, πριν δύσει ακόμα ο ήλιος, και ενώ οι κάτοικοι δεν είχαν γυρίσει από τα χωράφια τους , 70 ληστές υπό τον αρχιληστή Σπύρο Μαλισσόβα ορμούν μέσα στην πόλη, ενώ οι κάτοικοι άλλοι κάθονταν στα καφενεία και άλλοι έκαναν περίπατο στην παραλία, και αρχίζουν το τουφεκίδι. Οι κάτοικοι έντρομοι τρέχουν να γλιτώσουν από τα πυρά των ληστών.
Οι ληστές αφού σκότωσαν έναν κάτοικο και τραυμάτισαν άλλους εννέα, επιδόθηκαν στη λαφυραγωγία των κατοίκων. φόρτωσαν τη λεία τους σε τέσσερα άλογα και ανενόχλητοι τράβηξαν για το Τούρκικο έδαφος.
Οι ζημιές των κατοίκων ανέρχονταν σε 25.000 δραχμές σύμφωνα με τις αναφορές των κατοίκων.
Στις αρχές του 1836 η κατάσταση αντί να βελτιωθεί γίνόταν
χειρότερη. Οι ληστές έφτασαν ως το σημείο να πολιορκήσουν και το
Μεσολόγγι!
Η Φθιώτιδα αναστατώνεται πάλι. Μια ληστοσυμμορία αποτε-
λούμενη από 40 ληστές πιάνει τα στενά των Θερμοπυλών και ληστεύει τους διερχομένους από εκεί.
Την άνοιξη του 1836 οι ληστές ζητούν λύτρα από τα χωριά της Υπάτης και έκαψαν το χωριό Καρυά.
Ο συνταγματάρχης Χριστόδουλος Χατζηπέτρος με τους άντρες του και ο Δήμαρχος Υπάτης με 150 κατοίκους του δήμου καταδιώκουν τους ληστές και τους πέρασαν πέρα από το Σπερχειό στο χωριό Παλιούρι. Στο Παλιούρι όμως οι καταδιωκόμενοι ληστές βρήκαν μια συμμορία 40 ληστών με την οποία ενώθηκαν και ακολούθησε σφοδρή μάχη.
Στην μάχη αυτή κινδύνευσε ο Δήμαρχος Υπάτης και ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, οι οποίοι γλίτωσαν όμως χάρη στην αυτοθυσία του αξιωματικού Δημητρίου Ζήση που έπεσε νεκρός (στη μάχη), ενώ αυτοί το έβαλαν στα πόδια για να σωθούν.
Τα πρώτα διοικητικά μέτρα κατά της ληστείας
Στο τέλος του 1836 έχουμε τον πρώτο νόμο περί της ληστείας, που
μεταξύ των άλλων περιλαμβάνει και την ευθύνη των δήμων στην περιφέρεια των οποίων γίνονται ληστείες.
Στο Ι άρθρο του νόμου αναφέρεται: «Πας δήμος είναι υπεύθυνος ως προς τας πολιτικάς αποδόσεις και αποζημιώσεις ένεκα πάσης ληστείας πραττομένης εντός της περιφερείας αυτού.
Συνυπεύθυνοι λογίζονται κατά τούτο και οι εν τη περιφερεία
αυτού κατά την εποχήν της ληστείας διατελούντες μη δημόται αγροφύλακες, βοσκοί ποιμένων ή άλλων ζώων, εργάται εις τα δάση και όσοι έχουσι ξενοδοχεία παρά τας δημοσίας οδούς».
Παρά τα διοικητικά και στρατιωτικά μέτρα που ελήφθησαν η ληστεία
όχι μόνο δε μειώθηκε, αλλά αντίθετα αυξανόταν.
Την άνοιξη του 1838 η ληστεία οργιάζει στη Φθιώτιδα. Στις 12 Μαρτίου του 1838 ο ταγματάρχης Ιωάννης Κλίμακας περιφερόμενος στη μεθόριο στα Βουνά της Γούρας,στη θέση Τρία Ποτάμια συνάντησε τον αρχιληστή Γεώργιο Καταρραχιά με 30 ληστές. Βοηθούμενος και από τον ταγματάρχη Δήμο Λιούλιο επιτέθηκε κατά των ληστών, καταδιώκοντάς τους ως τα σύνορα.
Αυτοί μπήκαν στο Τουρκικό ΄ρδαφος και εγκατέλειψαν πολλά γιδοπρόβατα και μερικά άλογα.
Έτσι ο μεν Ιωάννης Κλίμακας πήρε διακόσια πενήντα γίδια, ο
δε Δήμος Λιούλος εκατόν πενήντα πρόβατα και μερικά άλογα.
Οι ληστές όμως, αφού ανασυγκροτήθηκαν, στις 15 Μαρτίου, γύρω στους 150 υπό τους αρχιληστές Κουτουβά, Καταρραχιά και τα Τσαπόπουλα, εμφανίστηκαν πάλι στην ίδια περιοχή στο ερειπωμένο χωριό Δρύστελα στη μεθόριο και έγιναν αντιληπτοί και καταδιώχτηκαν πάλι από τον Ιωάννη Κλίμακα και Δήμο Λιούλιο με 120 στρατιώτες. Οι ληστές καταδιωκόμενοι κατέφυγαν σε μία εκκλησία και οχυρώθηκαν σ’ αυτή, όπου και πολιορκήθηκαν από τη μεταβατική δύναμη. Οι πολιορκούμενοι ληστές κάνουν αντεπίθεση και προσπαθούν να διασπάσουν τον κλοιό των μεταβατικών, αλλά αποκρούστηκαν με βαρειές απώλειες: έξι νεκροί και δέκα
πέντε τραυματίες από το μέρος των ληστών και τραυματίες μόνο δύο από τους μεταβατικούς στρατιώτες.
Τη νύχτα οι ληστές, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, εγκατέλειψαν την εκκλησία, αφήνοντας τους σκοτωμένους ληστές, μερικά πρόβατα, τρουβάδες, κάπες και διάφορα άλλα αντικείμενα.
Την ίδια εποχή έχουμε πολλά κρούσματα ληστειών και στη Δυτική
Φθιώτιδα. Φόνους και ληστείες έχουμε στα χωριά Φτέρη, Καμπιά, Πλατύστομο, Καλύβια Λαμίας, Τσούκα, Αρχάνι και Μουσταφάμπεη (Ηράκλεια) από το λήσταρχο Καλαμάτα και άλλους ληστές που είχαν μπεί από το Τουρκικό στο Ελληνικό έδαφος .
Ιδιαίτερα η περιοχή της Υπάτης υποφέρει από τα πλήγματα των ληστών.
Περιγράφοντας μία εφημερίδα της εποχής τα δεινοπαθήματα των κατοίκων, γράφει:
«Πού φονεύουν οι λησταί; εις την επαρχίαν της Υπάτης,
πού λεηλατούν; εις την ιδίαν,
πού βασανίζουν; πάλιν εις αυτήν,
πού οι άνθρωποι έντρομοι περιμένουν να ακούσουν καθεκάστην νέα δυστυχήματα; εις την επαρχίαν της Υπάτης.
που τέλος πάντων η τιμή, η ιδιοκτησία και η ζωή φιλησύχων πολιτών απεκατέστη το έρμαιον των κακούργων; εις την επαρχίαν της Υπάτης».
Το Υπουργείο Εσωτερικών με το αριθμ. 14/26 Μαΐου 1838 έγγραφό του παύει προσωρινά τους Δημάρχους Υπάτης, Σπερχιέων, Παραχελωιτών και Ομιλαίων
Η επαρχία της Φθιώτιδας δεν υποφέρει μόνο από τις ληστοσυμμορίες
που μπαινοβγαίνουν από την τουρκική παραμεθόριο, αλλά καταδυναστεύεται και από τα μεταβατικά αποσπάσματα που έχουν ως αποστολή τη διαφύλαξη των κατοίκων από τις ληστοσυμμορίες.
Με βασιλικό δ/γμα στις 30 Οκτωβρίου 1844 αμνηστεύονται οι αρχιληστές: Γ. Καραρραχιάς, Γ. Χαμχούγιας, Αναστάσιος Καλαμάτας, Γιάννης Γιαταγάνας, Δημ. Κορκόντζελος, Κων/νος Καραμελάκης, Ευάγγελος Κοψαλής, Χρίστος Χιλιανόπουλος ή Κλιάφας και Γ. Μαλισσόβας. ....Συνεχίζεται