Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

ΑΦΙΕΡΩΜΑ - Η Ληστοκρατία στην Φθιώτιδα ( 2 )


Συνέχεια ........Η Ληστοκρατία στην Φθιώτιδα ( 2 )
Αναλυτικά
Σαν να μην έφταναν τα άλλα προβλήματα που αντιμετώπιζε το μικρό νεοσύστατο Νεοελληνικό Κράτος το 1833, ήρθε να προστεθεί από τις αρχές του βίου του και το πρόβλημα της ληστείας, που λυμαινόταν όλη την Ελλάδα και κυρίως τις παραμεθόριες επαρχίες μία από τις οποίες ήταν και η επαρχία της τότε ακριτικής Φθιώτιδας. Η ληστεία κατά την ιστορική περίοδο (1833 – 1881) γνώρισε φάσεις έξαρσης και ύφεσης και απείλησε την ενότητα αλλά και την ίδια την ύπαρξη του Ελληνικού Κράτους.
Σαν κορυφαία γεγονότα της εποχής αυτής με μεγάλη απήχηση, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ήταν τα παρακάτω:
Η απαγωγή του Γάλλου λοχαγού Μπερτό ή Βρεττό από τη συμμορία
του αρχιληστή Χρήστου Νταβέλη στις 23 Σεπτεμβρίου 1855 – κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1854 – 1856) – καθώς ανέβαινε στο δρόμο από τον Πειραιά στην Αθήνα. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος, αφού η Ελληνική Κυβέρνηση εξαναγκάστηκε να πληρώσει 30.000 δραχμές λύτρα για την απελευθέρωσή του.
Η κατάληψη, και η ληστεία του σπιτιού του και η αιχμαλωσία της κόρης του Παρασκευής, του δωδεκαχρονου γιού του και του γιατρού γαμπρού του Π. Καλογερόπουλου του βουλευτή Εύβοιας Νικολάου Βουδούρη. Οι ενωμένες συμμορίες του Βασίλη Καλαμπαλίκη, Λουκά Μπελιούλα ή Κακαράπη, Γιάννη Πάλλα, Φουντούκη, Θανάση Χορταριά, Μπούρχα, Νικολάου Τσόπα ή Ρουπακιά, Μήτρου Λυκουρέση και Δήμου Καραδήμου αποβιβάστηκαν με βάρκες από τις ακτές της Βοιωτίας στη Χαλκίδα στις 28Νοεμβρίου 1855 και απήγαγαν τα παραπάνω άτομα, τα οποία απελευθερώθηκαν, αφού καταβλήθηκε στις ληστοσυμμορίες ως λύτρα το ποσό
των 40.000 δραχμών και δόθηκε η υπόσχεση του βουλευτή Βουδούρη ότι θα ενεργούσε για την αμνήστευσή τους.
Το Νοέμβριο του 1865 οι ληστές απήγαγαν τρεις Άγγλους περιηγητές
στην Ακαρνανία.Τον Αύγουστο του 1866 οι ληστές απήγαγαν το βουλευτή Τριφυλλίας Σωτήριο Σωτηρόπουλο και τον κράτησαν αιχμάλωτο τριάντα έξι μέρες.
Το 1870 οι αρχιληστές Χρήστος και Τάκος Αρβανιτάκης με τη
συμμορία τους απήγαγαν τους ξένους περιηγητές που πήγαν να επισκεφθούν το πεδίο της μάχης του Μαραθώνα και τους σκότωσαν στις 9 Απριλίου στο Δήλεσι (Δήλιον) της Βοιωτίας, ένα φοβερό γεγονός με τρομερή απήχηση στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ληστές μπήκαν στη Λιβαδειά και
απήγαγαν από το σπίτι του το βουλευτή Φίλωνα.
Η ληστοκρατία στην Φθιώτιδα
Εδώ θα αναφερθούμε στις ληστοσυμμορίες που έδρασαν στην επαρχία της Φθιώτιδας που ήταν τότε παραμεθόρια επαρχία και δεινοπαθούσε από τις ληστρικές επιδρομές και λαφυραγωγίες. Απλώς αναφέραμε ορισμένα ληστρικά γεγονότα με γενικότερη απήχηση, για να μπούμε στο ληστρικό κλίμα της εποχής.
Όταν μιλάμε για επαρχία της Φθιώτιδας εκείνη την περίοδο,
εννοούμε την περιοχή που περιλαμβάνεται μεταξύ της οροθετικής γραμμής κατά μήκος της κορυφογραμμής της Όθρυος ως τον Παγασητικό Κόλπο και της κορυφογραμμής της Οίτης, που συμπεριλαμβάνει ανατολικά και τους Δήμους Πτελεατών και Αμαλιαπόλης (Μιτζέλας) και νοτιοανατολικά τους Δήμους Θερμοπυλών και Θρονίου της επαρχίας Λοκρίδας, δηλαδή σε γενικές γραμμές την επαρχία που προήλθε από τη συγχώνευση των επαρχιών του Πατρατζικίου και του Ζητουνίου κατά την
Τουρκοκρατία. Οι απαρχές της ληστείας
Οι απαρχές της ληστείας πρέπει να αναζητηθούν πριν από την άφιξη
του βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα (6 Φεβρουαρίου 1833) στα χρόνια του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, όταν το 1830 διοργάνωσε τα ελαφρά τάγματα του στρατού και έμειναν έξω από αυτά πάνω από 4.000 αγωνιστές του Ιερού Αγώνα του 1821.
Από αυτούς άλλοι γύρισαν στις οικογένειές τους και άλλοι ξαναγύρισαν στα αγαπημένα τους κλέφτικα λημέρια στις απάτητες βουνοκορφές των Αγράφων, της Γούρας, των Χασίων και του Ολύμπου. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού άρχισε να αναβιώνει η ληστεία σε ορισμένες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας.
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) επικράτησε στη Ελλάδα αναρχία και χάος .
Τα ελαφρά τάγματα διαλύθηκαν και οι στρατιώτες ξαναγύρισαν
στους παλιούς άτακτους αρχηγούς τους με τους οποίους τους συνέδεαν κοινά πολεμικά βιώματα.
Διαλυμένα και διασκορπισμένα τα ελαφρά τάγματα στις
ελληνικές επαρχίες καταπίεζαν τους αγροτικούς πληθυσμούς, αρπάζοντας τα ζώα τους και τις μικρές τους περιουσίες.
Αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση αντιμετώπισε η Αντιβασιλεία, όταν
ήρθε στην Ελλάδα και προσπάθησε να βάλει κάποια τάξη. Με το δ/γμα 2/14 Μαρτίου 1833 διέλυσε τα άτακτα στρατεύματα και στη θέση τους δημιούργησε 10 τάγματα ακροβολιστών.
Οι άτακτοι στρατιώτες δεν είδαν με καλό μάτι τη νέα στρατιωτική οργάνωση και αρνήθηκαν να καταταχτούν στα νέα τάγματα, γιατί η αυστηρή πειθαρχία, οι συνεχείς ασκήσεις, η φράγκικη ενδυμασία τους, τα «στενά» όπως τα έλεγαν, ήταν ξένα προς τις μακροχρόνιες συνήθειές τους και τον ανυπότακτο χαρακτήρα τους.
Έτσι με τη νέα οργάνωση των ατάκτων στρατευμάτων και τη
δημιουργία των ταγμάτων των ακροβολιστών έμειναν έξω από τα τάγματα περίπου 15.000 αγωνιστές της επανάστασης .
Τα στρατιωτικά μέτρα που έλαβε ο Καποδίστριας και τα
αψυχολόγητα στρατιωτικά μέτρα της Αντιβασιλείας, με τα οποία αρκετές χιλιάδες των αγωνιστών του 1821 έμειναν έξω από τις νέες στρατιωτικές διοργανώσεις, δημιούργησαν στην Ελλάδα το μεγάλο πρόβλημα της ληστείας, που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη τροχοπέδη για την ανάπτυξη της ελληνικής υπαίθρου.
Κυρίως όμως η ληστεία έπληξε τη Στερεά Ελλάδα και προπαντός τις παραμεθόριες επαρχίες, μία από τις οποίες ήταν και η παραμεθόρια επαρχία της Φθιώτιδας, που υπόφερε τα πάνδεινα κατά το χρονικό διάστημα 1833–1881 που προσαρτήστηκε στην Ελλάδα ηΘεσσαλία.
Τα παραμεθόρια χωριά της επαρχίας της Φθιώτιδας στην Όθρυ
(Βουνά της Γούρας) ήταν, αρχίζοντας από τα ανατολικά προςmτα δυτικά, τα εξής: Αμαλιάπολη (Μιντζέλα) επί του Παγασητικού Κόλπου, Σούρπη, Γαύριανη, Πτελεός, Μαχαλάς (Κυπαρισσώνας), Μύλοι, Σπαρτιά, Τσερνοβίτι (Παλαιοκερασιά), Άνυδρο (Νίκοβα), Σαπουνάς, Νεράϊδα, Δρύστελα, Λογγίτσι, Λιμογάρδι, Δίβρη, Μακρολείβαδο, Δερβένι Φούρκα (Καλαμάκι), Στύρφακα, Τρίλοφο (Κούρνοβο), Αρχάνι, Γιαννιτσού, Πλατύστομο, Ασβέστης, Τσούκα, Ροβολιάρι, Λιτόσελο,Περίβλεπτο, Παλαιόκαστρο, Νεοχώρι,
Μαυρίλο.....Συνεχίζεται