Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Γιά την ιστορία που χάνεται ! Η Γέφυρα της Παπαδιάς

Πιθανόν πολλοί από τους αναγνώστες να έχουν ταξιδέψει με το τρένο στην διαδρομή Αθήνα –Θεσσαλονίκη  και να έχουν «θαυμάσει» την άγρια ομορφιά του τοπίου όταν το τρένο διέρχεται πάνω από μία « φοβερή » σιδερένια γέφυρα  που σε ύψος ξεπερνά τα  300 μέτρα.
Από τον  Μπράλο  έως   τη Λαμία ο μηχανοδηγός του τραίνου είναι στην τσίτα συνεχώς, μιας και η διαδρομή εδώ είναι από τις πιο δύσκολες του σιδηροδρομικού δικτύου, μέσα σ' απόκρημνα λαγκάδια κι απότομες  βουνοπλαγιές, που ασυναίσθητα «αγριεύουν » το μάτι του επιβάτη.
Στο πέρασμα των αιώνων η φύση διαμόρφωσε  βαθιές χαράδρες ενώ  οι νεροποντές  ολοκληρώσανε  με τρόπο αυθαίρετο το έργο τους κατασκευάζοντας απρόσιτα φαράγγια που έκαναν τον άνθρωπο να διαθέσει πολύ μυαλό, κόπο και έξοδα για να κατορθώσει να τα δαμάσει
Που και που κάποιο χωριό μισοεγκαταλειμμένο  κουρνιάζει σ' αυτά τα υψώματα, όπου χιμάει με ορμή ο άνεμος θαρρείς ολοσχερώς για να το ξεριζώσει.
Πέρασα ένα φεγγάρι εκεί σε μια απ' αυτές τις βαθιές  χαράδρες σαν  αρχιφύλακας  από τους μαυροσκούφηδες της Αυλώνας   στο  στρατιωτικό φυλάκιο  που φύλαγε την σιδερένια γέφυρα του τραίνου, πάνω από το ρέμα που  κυλούσε ανάμεσα στα τέσσερα σιδερένια πόδια της- τρακόσια μέτρα ύψος, μπορεί και παραπάνω με τα γερμανικά πολυβολεία στις δύο τις άκρες
Το τραίνο  ερχόμενο από την Αθήνα ξεπρόβαλε από το βάθος ενός  προπολεμικού  πέτρινου τούνελ πριν μπει πάνω στη σιδερένια γέφυρα και κάνει τα σιδερένια κόκαλά της να τρίξουν απ' το βάρος για να περάσει έπειτα σαν φίδι αργόσυρτο μπροστά απ' τη σκοπιά και το παμπάλαιο στρατιωτικό φυλάκιο,  που το πέρασμα του χρόνιου  είχε μετατρέψει σε μισο-ερείπιο  και μόνο με την προσωπική φροντίδα των στρατιωτών κατόρθωνε και έστεκε ακόμα όρθιο
Όλη αυτή  η περιοχή με τ΄ άγριο τοπίο  φέρει το όνομα ΄΄ γέφυρα της Παπαδιάς΄΄.
Διαβάστε τώρα την τραγική ιστορία που έδωσε ετούτο τ' όνομα στον τόπο αυτό.
Ήτανε λένε άλλοτε πάνω στο χωριό,,μισή ώρα δρόμο με τα πόδια απ' τη γέφυρα στη δημοσιά που πάει οδικός από τον Μπράλο στη Λαμία ένας νεαρός ιερέας βίαιος κι αυστηρός.
Μισούσε αυτούς που είχαν ξεφύγει απ΄το δρόμο του Θεού. Πρώτα αυστηρός στον ίδιο του τον εαυτό, ήταν αμείλικτος για θέματα θρησκείας μ΄ όλους τους  παραβάτες τους πιστούς.
Μα προπαντός αυτό που τον αηδίαζε και τον εξόργιζε ήτανε ένα πράγμα, ο έρωτας.
Τον καταλάμβανε ανεξέλεγκτη οργή μπροστά στο βρομερό όπως έλεγε σμίξιμο των ρυπαρών, μες τα χωράφια κάτω απ τα σκοίνα ,η πάνω στ'; άχυρα σε κάποιο στάβλο για τα ζώα του χωριού.
Ήτανε κτήνη έλεγε ετούτοι οι άνθρωποι και τους μισούσε για την βρομερή τους την ψυχή. Ακόμα και τα καλαμπούρια των γερόντων που μίλαγαν στον καφενέ
για τέτοιες απολαύσεις, τα'; άκουγε με αηδία και περιφρόνηση.
Ίσως κάποιες ορέξεις ανικανοποίητες να τον δυνάστευαν, κάποιες κρυφές επιθυμίες του κορμιού του, που τις κρατούσε δέσμιες, ο πουριτανισμός του σχήματος του τόπου και της εποχής.
Σε κάθε τι που είχε σχέση με τη σάρκα τον διαβόλευε, γίνονταν εξοφρενών, κι έσπερνε απειλές και τρομερούς υπαινιγμούς, την Κυριακή στα πύρινα κηρύγματά του, που έκαναν τις κοπελιές να κοκκινίζουν κι όλους τους  νέους να κοιτάζουν σαν χαμένοι τον παπά.
 ΄΄ Δεν παίζει ο παπάς με τέτοια πράγματα΄΄ λέγαν οι χωριανοί καθώς γυρίζανε στα σπίτια τους σαν σχόλαγε την Κυριακή η λειτουργία.
Μάλιστα μια φορά χωρίς  να συντρέχει σπουδαίος λόγος  αποτρελάθηκε εντελώς.
Μες την αυλή ενός αγροτικού σπιτιού που πήγαινε να κάνει βασκανία, είδε ένα τσούρμο από παιδιά της γειτονιάς, γύρω απ'  του σκύλου το σπιτάκι μαζεμένα.
Κάτι κοιτούσανε γεμάτα περιέργεια, και χασκογέλαγαν και ο παπάς πλησίασε να δει.
Είχαν κολλήσει δυό σκυλιά που ερωτεύονταν, σ'; ένα σκοπό που η φύση τα είχε τάξει, και ήταν φυσικά περίεργο φαινόμενο για τα χαμίνια κάθε γειτονιάς.
Όμως ο μαυροφορεμένος ρασοφόρος εκεί τρελάθηκε εντελώς.
Χάνοντας κάθε έλεγχο γεμάτος αγανάχτηση, σήκωσε την ομπρέλα και άρχισε να κοπανάει τα παιδιά, που σκόρπισαν φωνάζοντας αλαλιασμένα.
 Και τότε άρχισε αφρίζοντας, αδίστακτα να κοπανάει άγρια τα σκυλιά που σπάραζαν βογκώντας από πόνο στην οργισμένη κλοτσοπατινάδα του παπά.
Τον έβρισκες ολομόναχο πολλές φορές σε περιπάτους μακρινούς μες τα χωράφια με ανοικτούς δρασκελισμούς να προχωράει με βήμα γρήγορο και με την φάτσα πάντα αγριεμένη.
 Μία Μαρτιάτικη βραδιά εκεί που επέστρεφε, κι ακολουθούσε ένα μονοπάτι, σ'; εκείνο το απόκρημνο φαράγγι , πάνω απ΄τη σιδερένια γέφυρα του τραίνου ακριβώς, για να γυρίσει στο χωριό, τον έπιασε ένα δυνατό βροχο-χαλάζι.
Ούτε ένα καταφύγιο στο δρόμο, και που σε δέντρο να ζυγώσεις μέσα στη φοβερή αστραποβροντή.
 Σφύριζε και λυσσομανούσε ο αέρας , τραβώντας απ΄τα μουσκεμένα ράσα τον
παπά, γεμίζοντας τα'; αυτιά του με βουή και με αχό την ταραγμένη του ψυχή.
Ξεσκούφωτος δίχως το καλυμμαύχι, του χτύπαγε το κούτελο η καταιγίδα, κι ήτανε τέτοιος ο χαλασμός  που δεν μπορούσε πια ούτε να κινηθεί.
Έτσι δεν το κατάλαβε πως είχε φτάσει πια σ'; εκείνο το μαντρί.
Άλλες φορές ποτέ δεν πέρναγε από εκεί, άλλαζε πάντα δρόμο, γιατί εκείνη η τσαπερδόνα η χαζούλα η βοσκοπούλα, χουνέρια του έκανε πολλά και τον περιγελούσε.
Σε κάποια μάλιστα γιορτή μεγάλη στο χωριό έξω απ'; την εκκλησία, του είχε αφελέστατα ζητήσει να την κάνει Παπαδιά.
Έτσι από τότε της έμεινε το παρατσούκλι Παπαδιά.
Όμως τούτη την ώρα ποιος τα λογάριαζε όλα αυτά, μέσα σε τούτο τον μεγάλο χαλασμό, κι έτρεξε προς τα εκεί για να βρει καταφύγιο.
Δεν σάλεψαν καθόλου τα μαντρόσκυλα, καθώς πλησίαζε το ξύλινο καλύβι.
Δρασκέλισε μια πέτρα που είχε για κατώφλι, και έφτασε στην πόρτα που ήτανε μισάνοιχτη. Ετοιμαζόντανε να μπει ο ιερέας, όταν στο μισοσκόταδο στο βάθος της καλύβας, διέκρινε δύο γυμνά κορμιά σε σφιχταγκάλιασμα.
Το ένα το γνώρισε , ήταν η βοσκοπούλα που την φωνάζαν  Παπαδιά.
Τραβήχτηκε  δίχως να πάρουν είδηση την παρουσία του, κι αμέσως πάλι ο διάολος άρχισε να του τριβελίζει το μυαλό.
Στην διπλανή την πρόχειρη αποθηκούλα με τις στοιβαγμένες πέτρες, και με τους τσίγκους από ανοιγμένους τενεκέδες για σκεπή, βάζανε πάντα οι τσοπάνηδες από του κοπαδιού το κούρεμα το μαλλί, για να το ξάνουνε αργότερα και να το γνέψουνε, πριν το υφάνουνε σε κάποιο αργαλειό.
Χωρίς να χάσει χρόνο, ένα άρπαξε μεγάλο τσουβάλι με μαλλί από  την αποθήκη,
του έβαλε φωτιά με το τσακμάκι του, και το  σπρωξε με φόρα πάνω στα αγκαλιασμένα και γυμνά κορμιά κλειδομανταλώνοντας μάλιστα απ' έξω και την πόρτα.
Λαμπάδιασε ο τόπος όλος .
 Αρπάξανε μες την καλύβα οι κουρελούδες που υπήρχαν για στρωσίδια κι έπειτα αμέσως η ξύλινη με φτέρες σκεπασμένη οροφή.
 Καιγόντανε σε λίγο σαν λαμπάδες τα γυμνά κορμιά, κι όταν κατάφεραν ν' ανοίξουνε την πόρτα, αλαφιασμένοι στο σκοτάδι τρέχοντας, βρεθήκανε να πέφτουν στο γκρεμό.
Το άλλο πρωί βρεθήκανε μισοκαμένοι, κάτω στη βάση της  σιδερένιας  γέφυρας σε βάθος 300 μέτρων
 Ο διαολόπαπας  αρνήθηκε να τους κηδέψει, γιατί τάχατες λέει αυτοκτόνησαν και μάλιστα ότι το έκαναν να διαιωνίσουν την μεγάλη ηδονή.
Την  Κυριακή στο κήρυγμα ξεσάλωσε, μιλώντας για το ΄΄ου μοιχεύσεις΄΄ για Θεία δίκη, κι ένα μυστηριώδες χέρι που έστειλε στο παράνομο ζευγάρι την δίκαια τιμωρία, κι εν ώρα αμαρτίας στην καταστροφή.
Σαν σχόλασε όμως η εκκλησία, δυο χωροφύλακες δεν τον αφήσανε για να μοιράσει αντίδωρο.
Τον φώναξαν να βγει για λίγο έξω και τον συνέλαβαν.
Κάποιος γεροζητιάνος  σ΄ένα  χαντάκι κουρνιασμένος κείνη την ώρα του κατακλυσμού, είχε δει τα πάντα και δια όρκου τα ομολόγησε.
Δικάστηκε ισόβια ο παπάς, και η γέφυρα του τραίνου, που από κάτω βρέθηκαν καμένα τα νεκρά κορμιά, πήρε από τότε τ' όνομα της βοσκοπούλας , που όλοι τότε την φωνάζαν Παπαδιά.
Ο μπάρμπα Αντώνης ο μοναδικός καφετζής,, μπακάλης, τηλεφωνητής, ιεροψάλτης, και πρόεδρος  εκείνου του χωριού, που μου διηγούτανε αυτή την ιστορία κάποιο βράδυ, εκείνα τα χρόνια της θητείας μου εκεί, κατέληξε γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι του.
 Ήτανε φίλε άνθρωπος περίεργος που ίσως δεν του αρέσαν οι γυναίκες, έτσι έλεγε κι ο μακαρίτης ο πατέρας μου,  όπου τον είχε ζήσει από κοντά.

Β.Μ